Σταυρουλονικόλας: Ο ποιητής που ζούσε στην άκρη του γκρεμού…

Το σπίτι που χτίστηκε στην άκρη των βράχων, ως να αιωρείται στο κενό, στα Πλατιά Περάματα του Δήμου Φαιστού, πάνω από το νότιο Κρητικό πέλαγος, «κρύβει» μια ιδιαίτερα πικρή ιστορία αφού σε αυτό έζησε ένας «αυτοεξόριστος ποιητής», όπως είχε χαρακτηριστεί ο «Σταυρουλονικόλας» (Νικόλαος Σταυρουλάκης 1921-2009), πληγωμένος από ένα μεγάλο έρωτα που κατέληξε σε χωρισμό που τον τραυμάτισε ψυχικά (η γυναίκα που αγάπησε παντρεύτηκε ευκατάστατο Μεσαρίτη, με τον οποίο απέκτησε παιδιά και εγγόνια και σήμερα ζει σε κωμόπολη της περιοχής).

Όπως έγραψε ο ίδιος, «Για μιαν αγάπη, τη ζωή άφησα να τη χάσω, και τραγουδώ μα δεν μπορώ τον πόνο να ξεχάσω». Ο «Σταυρουλονικόλας», λαϊκός ριμαδόρος αλλά και οργανοπαίκτης βρήκε τραγικό τέλος, σε τροχαίο ατύχημα στις 24 Σεπτεμβρίου του 2009, όταν σε κάποια στροφή της περιοχής που ζούσε, το αυτοκίνητο του ξέφυγε από την πορεία του και ανατράπηκε παρασύροντας τον οδηγό του στο θάνατο. Ο αείμνηστος Νικόλας που καταγόταν από το Αντισκάρι ζούσε τα τελευταία χρόνια στα Πλατιά Περάματα ( το σπίτι του στα βράχια, που χτίστηκε… πάνω στο κενό, το αποκαλούσε «αετοφωλιά») όπου ασχολούνταν με το αγαπημένο του χόμπι το ψάρεμα ενώ μέχρι τελευταία έβγαζε τον επιούσιο καλλιεργώντας πρώιμα κηπευτικά. Ήταν αγαπητός και προσιτός σε όλους γι αυτό είχε και πολλούς φίλους που τον επισκεπτόταν συχνά επιζητώντας την παρέα του. Αν και 88 χρονών, δεν ήθελε να το βάλει κάτω, και παρά τις αντίθετες συμβουλές φίλων και συγγενών του αυτός συνέχιζε να οδηγεί μόνος το αυτοκίνητο του, μέχρι το μοιραίο δυστύχημα.

Ο Σταυρουλονικόλας γεννήθηκε στο Αντισκάρι, σε μια οικογένεια με πέντε παιδιά, δύο αγόρια και τρία κορίτσια. Η μουσική, η λύρα, οι μαντινάδες ήταν τα πρώ­τα ακούσματα του Νικόλα αφού όπως ανέφερε ο ίδιος «Ο πατέ­ρας μου ήταν λυράρης και πάντα είχαμε παρέες και γλέντι στο σπίτι. Έπαιζα λύρα από μικρός, μάλιστα 14 χρονών έπαιζα και σε γλέντια». Τελειώνοντας το δημοτικό το 1934, έφυγε για το Ηράκλειο να μάθει την τέχνη του παπλωματά. Στη συνέχεια υπηρέτησε το στρατιωτικό του και με τη βοήθεια του πρώ­ην αφεντικού του άνοιξε ένα κατάστημα «παπλωματάδικο» στις Μοίρες. Οι μερακλήδες της εποχής και όχι μόνο, τον θυμούνται έντονα. Ήταν μια ξεχω­ριστή μορφή ανθρώπου.

Φιλόξενος και πρωταγωνιστής στις παρέες με το κέφι, την ζωντάνια και τις μαντινάδες του. Ιδιαίτερα δεμένος υπήρξε με τον μεγαλύτερο αδερφό του Γιώργο, ο οποίος ήταν απόφοιτος του μουσικού Ωδείου Ηρακλείου και δίδασκε μουσική. (Απίστευτη σύμπτωση της ζωής το γεγονός ότι και ο αδερφός του Σταυρουλονικόλα έζησε και εκείνος μια άτυχη ερωτική ιστορία και έμεινε τελικά ανύπα­ντρος).

Όταν ο Γιώργος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι, τον Ιούλιο του 1992, ο Σταυρουλονικόλας ξέσπασε με το δικό του τρόπο, «θρηνώντας» τον αδερφό του με μια σειρά από ποιήματα που εκδόθηκαν το 1993 σε μια ποιητική συλλογή με τίτλο «Το μοιρολόι του αδελ­φού». [«Γιώργη μας άμε στο καλό, στον Άδη όταν φτάσεις, τη μάνα και το κύρη μας να μου σφιχταγκαλιάσεις. Και να τους πεις δεν φταίμε εμείς το’ χε το ριζικό μας και δεν θα αφήσομε βλαστό πάνω στη γη δικό μας».] Μετά από τα χρόνια της περιπλάνησης ανάμεσα στις Μοίρες και το Ηράκλειο κατέληξε, γύρω στα 1979, στα μέρη που γεννήθηκε, επιλέγοντας να ζήσει στα Πλατιά Περάματα. Αγάπησε με πάθος αυτόν τον τόπο, όπου -όπως ανέφερε με υπερηφάνεια ο ίδιος- εκείνος μαζί με τον αδελφό του ξεκίνησαν τις υπαί­θριες καλλιέργειες ντομάτας. Για έναν τόπο άγονο, χωρίς νερό, αγωνίστηκαν («αν και πολλοί μας περνούσαν για τρελούς τότε» έλεγε), και κατάφεραν με επιτυχία να δημιουργηθεί η πρώτη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, αφού σιγά – σιγά όλοι οι χωριανοί άρχισαν να φυτεύουν υπαίθριες ντομάτες, και στη συνέχεια μετά από δύο χρόνια να απλω­θεί η καλλιέργεια και στην περιοχή Τυμπακίου.

Ο Σταυρουλονικόλας εξέδωσε και βιβλία («Σαλπίσματα», «Μαντινάδες και τραγούδια», «Τα μοιρολόγια του αδελφού», «Τα λευκά περιστέρια»), κι όπως ανέφερε «Όλα μου τα βιβλία περιέχουν μηνύματα αγάπης, το κάθε ένα με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Αν υστερούν σε τεχνική του λόγου ας μου δοθεί ένα ελαφρυντικό διότι δεν κατάφερα να προχωρήσω στα γράμματα». Ο τραγικός του θάνατος έγραψε τους τίτλους τέλους ως το αποκορύφωμα μιας δύσκολης πορείας, με το ιδιαίτερο σπίτι όπου έμενε ο «αυτοεξόριστος ποιητής» να θυμίζει ότι από δω πέρασε ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, ζώντας σε όλη του τη ζωή στην άκρη του γκρεμού.

Τον Σταυρουλονικόλα, είχα την χαρά να συναντώ κάθε καλοκαίρι, όταν στα παιδικά μου χρόνια περνούσα τις διακοπές μου στη γενέτειρα του πατέρα μου το Αντισκάρι. Ακόμα θυμάμαι τις ατέλειωτες ιστορίες του και τα ποιήματά του που κάποιες φορές μας τα ΄λεγε τραγουδιστά, εκεί στο ένα και μοναδικό καφενείο στα Πλατιά Περάματα, πλάι στη θάλασσα.

Ελένη.Δ.Μπουχαλάκη